«Και αυτό θα περάσει!» – Μια ιστορία Σούφι που μας θυμίζει ότι όλα είναι περαστικά…

Αυτή την εβδομάδα επιστρέφω με άλλη μια ιστορία που δείχνει πόσο μάταιο είναι να παγιδευτείτε σε καταστάσεις και συναισθήματα που νομίζετε ότι δεν θα αλλάξουν ποτέ. Τι σπατάλη ενέργειας είναι να πιστεύουμε ότι οι καταστάσεις που μας γεμίζουν με απελπισία και που μας κάνουν να σκεφτόμαστε «δεν θα μπορέσω ποτέ να το ξεπεράσω» θα διαρκέσουν για πάντα. Μπορεί να φαίνεται έτσι εκείνη την εποχή, αλλά τίποτα δε διαρκεί για πάντα.

Η ζωή είναι απλώς μια σειρά από εναλλασσόμενες φευγαλέες στιγμές (ή συναισθήματα) που δεν πρέπει να τις λαμβάνουμε υπερβολικά σοβαρά καθώς «κι αυτό θα περάσει».

Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε ένας βασιλιάς σε ένα μακρινό βασίλειο που βασανιζόταν από ένα και μοναδικό πρόβλημα: ξαφνικές και έντονες αλλαγές στη διάθεση. Τη μια στιγμή ήταν εξαιρετικά χαρούμενος, το επόμενο λεπτό εξαιρετικά λυπημένος και στη συνέχεια εξαιρετικά θυμωμένος ή ερωτευμένος ή ενθουσιασμένος και ούτω καθ’ εξής. Αν και έλεγχε μια ολόκληρη χώρα, δεν είχε κανένα έλεγχο στη ζωή του. Ένιωθε σαν τρελός βασιλιάς και έβρισκε τα συναισθηματικά του σκαμπανεβάσματα εξουθενωτικά τόσο για τον εαυτό του όσο και για τον λαό του.

Ήταν ένας βασιλιάς με καλή καρδιά κατά βάθος, οπότε αποφάσισε ότι χρειαζόταν μια λύση για το πρόβλημά του, το οποίο είχε γίνει αφόρητο με την πάροδο του χρόνου. Κάλεσε όλους τους σοφούς του παλατιού και τους ζήτησε να του βρουν μια θεραπεία. Οι σοφοί έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά. Μελέτησαν αρχαίες γραφές, πειραματίστηκαν με ξόρκια και φίλτρα, αλλά τίποτα δεν λειτούργησε. Τίποτα δεν μπορούσε να ανακουφίσει το βασιλιά. Ήταν στο έλεος της αλλοπρόσαλλης του διάθεσης.

Τα νέα του βασιλιά που έψαχνε για θεραπεία έφθασαν σε κάθε γωνιά του βασιλείου του. Μάλιστα είχε υποσχεθεί ότι θα πρόσφερε μια μεγάλη ανταμοιβή σε όποιον μπορούσε να τον βοηθήσει να βρει εσωτερική γαλήνη.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, ένας φτωχός γέρος έφθασε στο παλάτι και ζήτησε να δει τον βασιλιά. Οι φρουροί δεν ήθελαν να τον αφήσουν να περάσει στην αρχή, κοιτάζοντας τον με καχυποψία, αλλά όταν τους είπε ότι είχε τη θεραπεία, τον οδήγησαν αμέσως στο βασιλιά.

Κοιτάζοντας τον φτωχό γέρο με τα φθαρμένα ρούχα του, ο βασιλιάς παρέμεινε σκεπτικός. «Ακόμα και οι πιο σοφοί άντρες του παλατιού δεν κατάφεραν να βρουν μια θεραπεία. Τι μπορείς να μου προσφέρεις, γέρο;»

Ο γέρος πλησιάστηκε ταπεινά στον βασιλιά, υποκλίθηκε μπροστά του και άπλωσε ανοιχτό το χέρι του. Στην παλάμη του υπήρχε ένα δαχτυλίδι.

«Είναι ένα μαγικό δαχτυλίδι;» ρώτησε ο βασιλιάς. «Πώς μπορεί να με σώσει από τον εφιάλτη των ανεξέλεγκτων συναισθημάτων μου;»

Ο γέρος είπε ήρεμα: «Κοιτάξτε το εσωτερικό του δακτυλιδιού, εξοχότατε. Διαβάστε αυτό που είναι χαραγμένο στο εσωτερικό του!»

Η φράση ήταν «ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ!»

«Δεν καταλαβαίνω», είπε ο βασιλιάς. «Πώς μπορεί αυτός το δαχτυλίδι να με βοηθήσει να ελέγξω τα συναισθήματά μου;»

Ο γέρος απάντησε ταπεινά: «Βασιλιά μου, θα φοράτε πάντα το δαχτυλίδι και όταν αισθάνεστε κυριευμένος από τα συναισθήματά σας, απλά θα το βγάζετε, θα διαβάζετε την χάραξη στο εσωτερικό και θα ηρεμείτε με τη γνώση ότι τα συναισθήματα είναι φευγαλέα, δεν διαρκούν για πάντα. Το ένα δίνει τη θέση του σε ένα άλλο. Οτιδήποτε βιώνετε θα περάσει!»

Ο βασιλιάς, έκπληκτος με την απλότητα της θεραπείας, έβαλε αμέσως το δαχτυλίδι και αντάμειψε τον ηλικιωμένο.

Χρησιμοποιούσε το δαχτυλίδι με σύνεση και κατάφερνε να ελέγξει την αντίδρασή του στα συναισθήματά του.

Χρόνια αργότερα, μια μεγάλη καταστροφή χτύπησε το βασίλειο. Ο στρατός ενός γειτονικού βασιλείου εισέβαλε στη χώρα και έφτασε στο παλάτι σκοτώνοντας όλους τους φρουρούς.

Ο βασιλιάς, ξέφρενος από το φόβο, κατάφερε με τα βίας να φύγει εγκαίρως από το παλάτι, καθώς ο εχθρός μπήκε στο δωμάτιο του. Έτρεξε στο δάσος για να βρει καταφύγιο. Προς μεγάλη του φρίκη, συνειδητοποίησε ότι τον ακολούθησαν εχθρικοί ιππείς. Καθώς έτρεχε, μπορούσε να ακούσει όλο και πιο ξεκάθαρα το καλπασμό των αλόγων που τον κυνηγούσαν όταν ξαφνικά έφτασε στην άκρη ενός γκρεμού. Η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή. Τον έλουσε κρύος ιδρώτας. Έπεσε στα γόνατα, και αναφώνησε: «Αυτό είναι το τέλος. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να περιμένω να με σκοτώσουν».

Αλλά κάτι βαθιά μέσα του, σε μια στιγμή διαύγειας, του είπε να βγάλει το δαχτυλίδι του και να κοιτάξει μέσα.  Διάβασε «Και αυτό θα περάσει!»

Ξαναβρήκε την αισιοδοξία του. Κοίταξε γύρω του και είδε την κουφάλα ενός δέντρου και και γρήγορα κρύφτηκε εκεί. Οι ιππείς πέρασαν δίπλα του χωρίς να τον πάρουν χαμπάρι…

Πράγματι, και αυτό είχε περάσει …

Φωτογραφία από τον Mathew Schwartz στο Unsplash

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *